ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Πόλεις και κλιματική αλλαγή: μία κρίσιμη σχέση

Κ. Καρτάλης1, Δημ. Οικονόμου2, Χ. Κοκκώσης2 και Μ. Σανταμούρης3

Σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Περιβάλλοντος, κατά το έτος 2030 το 75% των Ευρωπαίων πολιτών θα διαμένει σε πόλεις. Το γεγονός αυτό καθιστά εξαιρετικά κρίσιμη την εκτίμηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής στις πόλεις αλλά και το αντίστροφο. Και αυτό γιατί η σχέση που διαμορφώνεται μεταξύ των πόλεων και της κλιματικής αλλαγής είναι πολλαπλή:

  1. Οι πόλεις συνεισφέρουν στην κλιματική αλλαγή λόγω των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
  2. Το πώς μία πόλη αναπτύσσεται επηρεάζει τις χρήσεις/καλύψεις γης (land use – land cover) και κατά συνέπεια καθορίζει τη χωρική κατανομή και την ένταση ανθρωπογενών πηγών θερμότητας, αλλά και των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα.
  3. Μία πόλη επηρεάζεται από την κλιματική αλλαγή λόγω της αύξησης της θερμοκρασίας του αέρα, καθώς και της έντασης και συχνότητας των ακραίων καιρικών φαινομένων, ειδικότερα δε των καυσώνων.
  4. Η ενέργεια που καταναλώνεται σε μία πόλη επηρεάζεται από τις επικρατούσες κλιματικές και μετεωρολογικές συνθήκες, κυρίως δε από τη θερμοκρασία αέρα.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, είναι αναγκαία η αποτύπωση, μέσω της θερμοκρασίας του αέρα ή/και της επιφάνειας του εδάφους, της κατάστασης του θερμικού περιβάλλοντος. Κάτι τέτοιο είναι ιδιαίτερα σημαντικό, καθώς στην αύξηση της θερμοκρασίας στις πόλεις λόγω της κλιματικής αλλαγής προστίθεται και η προκύπτουσα αύξηση λόγω του φαινομένου της αστικής θερμικής νησίδας (ΑΘΝ) που συνδέεται με την αστικότητα (urbanization), και ειδικότερα με το μέγεθος της αστικής περιοχής, τις παραγωγικές δραστηριότητες που φιλοξενούνται σε αυτή, την πυκνότητα δόμησης, τα υλικά κατασκευής, το ποσοστό πρασίνου και τον πληθυσμό. Στον Χάρτη 1 αποτυπώνεται η ΑΘΝ για την περιοχή της Αττικής (οι χαμηλότερες θερμοκρασίες αποτυπώνονται με πράσινες/γαλάζιες αποχρώσεις και οι υψηλότερες με κίτρινες/κόκκινες).

Χάρτης 1 –  Αποτύπωση της θερμοκρασιακής κατανομής στην ευρύτερη περιοχή της Αθήνας. Αποχρώσεις με κόκκινο αντιστοιχούν στις υψηλότερες θερμοκρασίες.

Σε ένα δεύτερο επίπεδο έχει σημασία να διερευνηθεί η σχέση μεταξύ της θερμοκρασίας και της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Το διάγραμμα διασποράς της κανονικοποιημένης ολικής ημερήσιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τη μέση ημερήσια θερμοκρασία αέρα (Διάγραμμα 1) αποτυπώνει δύο μέγιστα (χειμώνας και καλοκαίρι), τα οποία καθορίζουν και την ένταση κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας για θέρμανση και ψύξη.

Για τιμές θερμοκρασίας άνω των 25 βαθμών Κελσίου, η κανονικοποιημένη ολική ημερήσια κατανάλωση ενέργειας αυξάνεται σημαντικά, λόγω των αυξημένων αναγκών για ψύξη. Ειδικότερα για αύξηση της θερμοκρασίας κατά 1 βαθμό Κελσίου, η αντίστοιχη αύξηση στην κατανάλωση ενέργειας ανέρχεται σε περίπου 4,1% ή κατά 1.300 ΜWh σε ημερήσια βάση, ή σε αντίστοιχη οικονομική επιβάρυνση της τάξης των 0,23 εκ. ευρώ ημερησίως. Η αντίστοιχη αύξηση στην ημερήσια κατανάλωση ενέργειας σε επίπεδο χώρας είναι της τάξης των 3.000 MWh ανά βαθμό Κελσίου, γεγονός που αντιστοιχεί σε αύξηση της οικονομικής επιβάρυνσης κατά 0,54 εκ. ευρώ ημερησίως. Αντίθετα, και όσο αυξάνεται η ελάχιστη θερμοκρασία, μειώνεται η κατανάλωση ενέργειας για θέρμανση.

Διάγραμμα 1 – Κανονικοποιημένη ολική ημερήσια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας σε σχέση με τη μέση ημερήσια θερμοκρασία αέρα για την Αθήνα
Πίνακας 1 – Κατανάλωση ενέργειας για ψύξη (kWh/m2/μήνα) και κόστος κατανάλωσης για την ευρύτερη περιοχή του πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας για το διάστημα Ιούλιος-Αύγουστος, σε συνάρτηση με την απόσταση από το κέντρο.

Το ενεργειακό «πέναλτι»

Στον Πίνακα 1 παρατίθενται –αθροιστικά για το διάστημα Ιούλιος και Αύγουστος και για επιλεγμένες περιοχές στο ευρύτερο πολεοδομικό συγκρότημα της Αθήνας– οι καταναλώσεις ενέργειας για ψύξη ανά περιοχή (kWh/m2/μήνα), οι καταναλώσεις ενέργειας σε kWh για κατοικία 80m2 και το κόστος κατανάλωσης ενέργειας για ψύξη σε ευρώ [με την παραδοχή ότι το μεικτό κόστος (συμπεριλαμβανόμενων των χρεώσεων και του ΦΠΑ) της KWh ανέρχεται σε 0,18 ευρώ].

Χάρτης 2

Με βάση τον Πίνακα 1, το προκύπτον ενεργειακό «πέναλτι» για την κατοικία των 80m2 για το διάστημα Ιούλιος-Αύγουστος (δηλαδή η οικονομική επιβάρυνση για την ενεργειακή κατανάλωση μίας τέτοιας κατοικίας στο κέντρο με μία αντίστοιχη για καθεμιά από τις τρεις κατηγορίες περιοχών), κυμαίνεται από 101 έως 183 ευρώ.

Είναι προφανές ότι οι παραπάνω εκτιμήσεις είναι προσεγγιστικές, καθώς εξαρτώνται από την ενεργειακή απόδοση του κτιριακού αποθέματος, με τα κτίρια που έχουν κατασκευαστεί πριν το 1980 να θεωρούνται περισσότερο ευπαθή στην αύξηση της θερμοκρασίας λόγω της κλιματικής αλλαγής και της ενίσχυσης της ΑΘΝ. Με βάση αυτή την παραδοχή, εκτιμήθηκε (βλ. Χάρτη 2) η ευπάθεια του κτιριακού αποθέματος, προσεγγιστικά (proxy indicator), μέσω του έτους κατασκευής των κτιρίων ανά δήμο, με βάση την εξής ιεράρχηση:

  • 0-20% των κτιρίων έχουν κατασκευαστεί πριν το 1980: πολύ χαμηλή ευπάθεια,
  • 20-40% των κτιρίων έχουν κατασκευαστεί πριν το 1980: χαμηλή ευπάθεια,
  • 40-50% των κτιρίων έχουν κατασκευαστεί πριν το 1980: μέτρια ευπάθεια,
  • 50-70% των κτιρίων έχουν κατασκευαστεί πριν το 1980: υψηλή ευπάθεια,
  • 70% και άνω των κτιρίων έχουν κατασκευαστεί πριν το 1980: πολύ υψηλή ευπάθεια.

Σημειώνεται ότι πολλοί δήμοι του ευρύτερου πολεοδομικού συγκροτήματος της Αθήνας έχουν πρόβλημα παλαιότητας των κτιρίων, με το μεγαλύτερο πρόβλημα στους δήμους Αθηναίων (75,24%) και Αγίας Βαρβάρας (76,12%). Η παρατεινόμενη κρίση του τομέα ακινήτων τα τελευταία χρόνια επιτείνει αυτό το χαρακτηριστικό.

Και στο µέλλον;

Στους χάρτες 3-6 που ακολουθούν (Καρτάλης κ.ά., 2018) αποτυπώνονται οι κλιματικές προσομοιώσεις για μια σειρά κλιματικών παραμέτρων που έχουν ειδικότερη σημασία για τις πόλεις. Οι κλιματικές παράμετροι εμφανίζονται για την περίοδο 2046-2065 συγκριτικά με την ιστορική περίοδο αναφοράς 1961-1990 και αφορούν τις πόλεις Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Βόλος και Ηράκλειο.

Από την εξέταση των παρακάτω χαρτών διαπιστώνεται:

α) Σημαντική επιδείνωση των θερμικών συνθηκών όλων των εξεταζόμενων πόλεων, με την αύξηση της θερμοκρασίας να κυμαίνεται περίπου στους 2,3 βαθμούς Κελσίου (διάστημα 2046-2065 σε σύγκριση με το διάστημα 1961-1990, χρήση του μετριοπαθούς κλιματικού σεναρίου).

β) Σημαντική αύξηση του αριθμού των θερμών ημερών (αναφέρεται στους καύσωνες) κυρίως για την Αθήνα.

γ) Μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση στη βροχόπτωση.

Ειδικότερα, οι αλλαγές σε θερμοκρασία και βροχόπτωση υπολογίστηκαν για τις ίδιες αστικές περιοχές για το διάστημα 2015-2045. Όπως διαπιστώνεται στα σχήματα που ακολουθούν, η αύξηση της θερμοκρασίας ανέρχεται σε περίπου 0,8-1 βαθμό Κελσίου, χωρίς να υπολογιστεί η συμβολή στην αύξηση της θερμοκρασίας από το φαινόμενο της αστικής θερμικής νησίδας. Σε ό,τι αφορά στη βροχόπτωση, σε όλες τις αστικές περιοχές προβλέπεται μείωση της βροχόπτωσης.

Κλιµατική αλλαγή και υγεία

Τέλος, και σε ό,τι αφορά τη σχέση μεταξύ της θερμοκρασίας του αέρα και της ποσοστιαίας αύξησης της θνησιμότητας, από ανάλυση που πραγματοποιήθηκε για την Αθήνα προκύπτει ότι:

α) Για θερμοκρασίες αέρα υψηλότερες από τους περίπου 40 oC και για κάθε 1 oC αύξηση προκαλείται αύξηση της ημερήσιας θνησιμότητας κατά περίπου 3%.

β) Οι καύσωνες αυξάνουν σημαντικά την ποσοστιαία μεταβολή της ημερήσιας θνησιμότητας, καθώς προκαλούν σημαντική αύξηση της μέγιστης και της ελάχιστης θερμοκρασίας, ενώ η επίπτωσή τους, αν και αφορά το σύνολο των ηλικιακών ομάδων, είναι ιδιαίτερα έντονη στην ηλικιακή ομάδα άνω των 65 ετών.

Αντί επιλόγου

Οι πόλεις σε πολλές χώρες του πλανήτη προετοιμάζονται για τις δύσκολες κλιματικές συνθήκες που έρχονται. Καθώς η επιστήμη και η τεχνολογία δίνουν τις απαντήσεις, αυτό που απαιτείται είναι πολιτική βούληση και έγκαιρος σχεδιασμός με υπομονή στον χρόνο και σεβασμό στις ιδιαιτερότητες της κάθε πόλης χωριστά. Για τον σχεδιασμό αυτό (ουσιαστικά τα σχέδια προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή), θα γίνει αναφορά στο επόμενο άρθρο του κύκλου για τις πόλεις που φιλοξενεί το περιοδικό «η φύση» της ΕΕΠΦ.

Το άρθρο έχει βασιστεί στην έκθεση των Καρτάλη, Κ., Οικονόµου, Δ., Κοκκώση, Χ. και Σανταµούρη, Μ. «Κλιµατική αλλαγή και αναπτυξιακό µοντέλο της Ελλάδος», Διανέοσις 2018, καθώς σε άλλες δηµοσιεύσεις και παρουσιάσεις των συγγραφέων.

  1. Ο Κωνσταντίνος Καρτάλης είναι καθηγητής στον Τοµέα Φυσικής Περιβάλλοντος, Εθνικό & Καποδιστριακό Πανεπιστήµιο, Αθηνών.
  2. Οι Δηµήτρης Οικονόµου και Χάρης Κοκκώσης είναι Κκαθηγητές στο Τµήµα Μηχανικών Χωροταξίας, Περιβάλλοντος και Περιφερειακής Ανάπτυξης, Πανεπιστήµιο Θεσσαλίας.
  3. Ο Μάνθος Σανταµούρης είναι καθηγητής στη Σχολή Δοµηµένου Περιβάλλοντος, Πανεπιστήµιο Νέας Νότιας Ουαλίας, Σίδνεϋ, Αυστραλία.

Πηγή: Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης

Back to top button